Διατροφικά σκάνδαλα και πως μπορούν να αποφευχθούν Εκτύπωση E-mail

Χωρίς αμφιβολία τα διατροφικά σκάνδαλα από τα οποία τόσο έχει υποφέρει ο δυτικός κόσμος τα τελευταία χρόνια, έχουν προκαλέσει μια έλλειψη εμπιστοσύνης στους καταναλωτές τόσο προς τα ερευνητικά ιδρύματα και τους κρατικούς φορείς ελέγχου όσο και προς όλη τη βιομηχανία τροφίμων. Στα γεγονότα του παρελθόντος (διοξίνες, παράνομα φυτοφάρμακα σε λαχανικά, αλλοιωμένες παρτίδες γαλακτοκομικών) ήρθε να προστεθεί και το επιμολυσμένο ηλιέλαιο. Σιγά σιγά όσο η Ελλάδα γίνεται όλο και περισσότερο μέρος της Ευρώπης τόσο περισσότερο επηρεάζεται από τέτοιου είδους προβλήματα και φυσικά το τελευταίο γεγονός με το Ουκρανικό ηλιέλαιο υπήρξε η αφορμή έστω και αργά για να προκύψει ένας προβληματισμός πάνω στο θέμα της ασφάλειας των τροφίμων και του τρόπου αντιμετώπισης των προβλημάτων που προκύπτουν.

Μετά από τα επανειλημμένα κρούσματα διατροφικών κρίσεων που αναφέρθηκαν παραπάνω έγινε σαφές ότι οι υπάρχουσες δομές και τα συστήματα ελέγχου δεν επαρκούσαν για να εξασφαλίσουν την ασφάλεια των προϊόντων. Στη Λευκή Βίβλο για την ασφάλεια των τροφίμων (12-01-2000) αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι "Μια επιτυχημένη πολιτική τροφίμων απαιτεί την ιχνηλασιμότητα των τροφίμων, των ζωοτροφών και των συστατικών τους. Για να διευκολυνθεί η ιχνηλασιμότητα πρέπει να εισαχθούν οι κατάλληλες διαδικασίες". Δύο χρόνια μετά τη Λευκή Βίβλο δημοσιεύθηκε ο Κανονισμός (ΕΚ) 178/2002 αυτός που είναι γνωστός απλά ως "Γενικός Νόμος Τροφίμων". Μεταξύ των άλλων που προβλέπει, δίνει τον ορισμό και τις γενικές κατευθύνσεις για την υποχρεωτική εφαρμογή της ιχνηλασιμότητας σε όλη την αλυσίδα των τροφίμων και των ζωοτροφών. Με τον ιχνηλασιμότητα υποδηλώνεται η ταυτοποίηση του προϊόντος από τη παραγωγή ως και την κατανάλωσή του. Η ιχνηλασιμότητα των τροφίμων αναφέρεται στη μεθοδολογία που επιτρέπει να γνωρίζουμε την ιστορική εξέλιξη και τη διαδρομή του προϊόντος μέχρι το τραπέζι μας. Έχει μια ολοκληρωμένη λογική από τον καταναλωτή έως τον παραγωγό ή, ακολουθώντας το αντίθετο μονοπάτι, από τον παραγωγό στον καταναλωτή. Όταν αυτό το οποίο εξετάζεται είναι προϊόν, η ιχνηλασιμότητα σχετίζεται με:

  • την προέλευση των πρώτων υλών (παραγωγός)
  • το ιστορικό της κατεργασίας (βιομηχανία)
  • τη διανομή και τη θέση του προϊόντος μετά την παράδοση (λιανεμπόριο-καταναλωτής)

Με βάση τα παραπάνω και λαμβάνοντας σαν αφορμή το τελευταίο πρόβλημα που ανέκυψε με το ηλιέλαιο στη χώρα μας εάν είχε εφαρμοσθεί το σύστημα της ιχνηλασιμότητας τοτε:

  • θα ήταν γνωστό πότε και πως πέρασε τα σύνορα της χώρας (ημερομηνίες και παραστατικά εισόδου-μέσα μεταφοράς) το επίμαχο προϊόν από πού προερχόταν (προέλευση) και πόση ήταν η συνολική ποσότητα του
  • ποιοι κλάδοι της παραγωγικής αλυσίδας τροφίμων (βιομηχανίες, λιανεμπόριο) το χρησιμοποίησαν-διέθεσαν σε τι ποσότητα και υπό ποια μορφή
  • πόσο και υπό ποια μορφή έφτασε στον αγοραστή και εντέλει καταναλώθηκε

  • δεν θα "έτρεχε" εκ των υστέρων ο ΕΦΕΤ να εντοπίσει το ύποπτο προϊόν στην αγορά, αλλά οι ίδιες οι εταιρίες που το μεταποίησαν και το διέθεσαν θα είχαν αποσύρει έγκαιρα το σύνολο των ποσοτήτων από την αγορά, ενημερώνοντας παράλληλα το καταναλωτικό κοινό και τους αρμόδιους φορείς υπεύθυνα

Είναι κατανοητό λοιπόν ότι με την απλή εφαρμογή ενός συστήματος ιχνηλασιμότητας είναι σίγουρο ότι το παραπάνω πρόβλημα όπως και άλλα παρόμοια μικρότερης η μεγαλύτερης κλίμακας και σημασίας θα αντιμετωπίζονταν γρήγορα έγκαιρα και αποτελεσματικά με τις μικρότερες δυνατές συνέπειες κυρίως για την υγεία του καταναλωτή αλλά και για την εικόνα της χώρας και ειδικότερα του τομέα της βιομηχανίας τροφίμων αλλά και όλων των φορέων και ελεγκτικών μηχανισμών που συμμετέχουν στη διατροφική αλυσίδα.